-
Αρχική > Ελλάδα > «Θέλω να με κάψουν στον Γράμμο με ξύλα, οξιές. Είναι ο ομορφότερος θάνατος που φαντάζομαι»

«Θέλω να με κάψουν στον Γράμμο με ξύλα, οξιές. Είναι ο ομορφότερος θάνατος που φαντάζομαι»

Γιάννης Μότσιος (1930 – 10 Φεβρουαρίου 2026)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Βγάζω το καπέλο σ’ αυτούς που δίνουν τη ζωή τους για ένα ιδανικό, δεν κρατούν τίποτα για τον εαυτό τους, τα δίνουν όλα. Θέλω να πω και κάτι γι’ αυτούς που λένε ‘‘όχι εμφύλιος’’, τέτοια, λυπάμαι αλλά χωρίς εμφύλιο δεν υπάρχει κοινωνική πρόοδος, όποιες αλλαγές έγιναν ώς τώρα έγιναν με επαναστάσεις».

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ο Γράμμος ήταν το νόημα της ζωής του. Νόημα, μεστό και ζώπυρο, που το συμπύκνωσε ο Γιάννης Μότσιος 14 χρόνια πριν από τον θάνατό του σε μια συνέντευξη στις υπώρειες του Γράμμου. Είχαμε μόλις κατέβει από το αλπικό τοπίο του βουνού στα 2.500 μέτρα ύψος για ένα συνέδριο της Εταιρίας Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων Μακεδονίας 1940-1974.

Ο Μότσιος στα 83 χρόνια του τότε, κι ενώ στην υπόλοιπη συντροφιά κοβόταν η ανάσα, είχε σκαρφαλώσει στις πλαγιές με σβελτάδα έφηβου. Μας είχε διηγηθεί με ένταση τα γενόμενα -φθινόπωρο του 1948, στη 16η Ταξιαρχία του ΔΣΕ, μαχητής της οποίας είχε υπάρξει- στο Μαλιμάδι και την κατάληψη του υψώματος Μπίκοβικ (Καζάνι). Μας έδειχνε τη λαγκαδιά μέσα στην οποία φίλησε πρώτη φορά γυναίκα γιατί, έφηβοι κι οι δυο, φιλήθηκαν γιατί δεν ήξεραν αν θα ξημέρωναν ζωντανοί. Την πλαγιά στην οποία το τμήμα του είχε καταφύγει το βράδυ πριν περάσουν, λόγω της πικρής ήττας, στην Αλβανία, πώς στη συνέχεια οι Αλβανοί τούς υποδέχθηκαν με τραγούδια και χορούς.

Γιάννης Μότσιος και Απόστολος Λυκεσάς στον Γράμμο το 2012

Η συντροφιά με τον Μότσιο ήταν μεθυστική εμπειρία, συναναστροφή με έναν αγέραστο αντάρτη, έναν φλογερό ποιητή, έναν παθιασμένο πανεπιστημιακό δάσκαλο που είχε γυρίσει όλη την Ελλάδα καταγράφοντας όλα τα μοιρολόγια. Ενεκα που και ο Μότσιος είχε ποικίλους τρόπους να κλαίει. Ο Μότσιος πέθανε προχθές σε ηλικία 96 ετών και αυτή η αδημοσίευτη συνέντευξή του είναι ένας ταπεινός τρόπος να αποχαιρετήσουμε έναν σπουδαίο άνθρωπο.

 Τι είναι για εσάς ο Γράμμος;

Την περίοδο 1947-49 έζησα εδώ ως αντάρτης. Είναι τα νιάτα μου, ο Γράμμος με διαμόρφωσε. Με τους συναγωνιστές που βρέθηκαν δίπλα μου, με τις συζητήσεις μας, τις πράξεις μας, οι πορείες, οι μάχες, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες. Οι περισσότεροι στίχοι μου, αφού τυχαίνει να γράφω κιόλας, είναι για τον Γράμμο. Από τη Ρωσία ακόμη -ως πολιτικός πρόσφυγας- καλλιεργούσα την εικόνα του Γράμμου. Εχω ποίημα που αναφέρω πού θέλω να τελειώσω, τι θέλω να γίνει όταν πεθάνω. Θέλω να με κάψουν στον Γράμμο. Να με κάψουν κανονικά με ξύλα, οξιές. Είναι ο ομορφότερος θάνατος που φαντάζομαι. Πολλοί με κατηγορούν γιατί δεν θα υπάρχει ένας τόπος αναφοράς, όπως συμβαίνει με έναν τάφο. Κι όμως, υπάρχει ο Γράμμος! Ποιος καλύτερος τόπος αναφοράς;

Δεν θέλω να ταφώ στο χωριό, ούτε καν στη Γράμμοστα ή το Πευκόφυτο ή κάπου εδώ γύρω, θέλω να σκορπίσω σε όλο τον Γράμμο. Και θέλω κάτι ακόμα, ιδιαίτερο: λίγη στάχτη μου να την πάνε στον Χάρο (σημ.: στρατηγική θέση στα 1.700 μέτρα, στον εμφύλιο έγιναν μάχες για 70 μέρες και έπεσαν για πρώτη φορά ναπάλμ. Τρεις αντάρτες -Γιάννης Δούρος, Νίκος Χατζηβασιλείου και Θάνος Δημητρίου- που είχαν μείνει από πυρομαχικά ρίχτηκαν στο βάραθρο που έχει βάθος 300 μέτρα), εκεί που πέσαν τα παιδιά στο κενό, αν και δεν πήγαν στο κενό αλλά στην Αθανασία. Τα φαντάζομαι αυτά τα παιδιά όταν πήδησαν στο κενό να γίνονται τρεις αετοί και να πετάνε… προς το μέλλον.

 Ολη αυτή η συγκλονιστική ιστορία, μέρος της οποίας υπήρξατε, μπορεί να συμπυκνωθεί άραγε σε μία και μόνη φράση;

Ο Γράμμος είναι το νόημα της ζωής μου…

 Αντιλαμβάνομαι στη διήγησή σας και κάτι μεταφυσικό, να καείτε, εδώ να ρίξουν τη στάχτη σας, στον Χάρο…

Μα, ναι! Θέλω να συναντηθώ με τους συντρόφους μου. Τα κόκαλά τους είναι εδώ. Επιθυμώ τη συνένωση με αυτά τα παιδιά, αλλιώς δεν μπορώ να τους συναντήσω. Η τύχη το έφερε και εγώ επέζησα. Οι φίλοι μου αυτοί ήτανε. Εγώ κοντεύω στα 83 ενώ εκείνοι έμειναν για πάντα στα 17 με 18 τους χρόνια. Αυτά τα παιδιά είναι ο Γράμμος μου. Κι αυτό θέλω, η ύλη μου, η στάχτη μου να γίνει ένα με τη στάχτη τους. Και πάνω τους να φυτρώσει ένα λουλούδι…

 Τι λουλούδι θα θέλατε να ανθίσει πάνω στη στάχτη τη δική σας και των συντρόφων σας;

Κοίταξε, τα λουλούδια στον Γράμμο είναι λίγα αναλογικά. Στην αλπική ζώνη φυτρώνουν δυο-τρία λουλούδια. Οποιο θέλει ας φυτρώσει, όλα τα λουλούδια είναι δικά μας.

 Ποιες στιγμές κρατάτε στο μυαλό σας από τον Γράμμο; Τις μάχες ή τις στιγμές της ηρεμίας;

Η καθημερινότητα. Οι μάχες τέλειωσαν μέσα σε τρεις μήνες. Υπάρχει μια εικόνα, τόσο γενική και αφηρημένη, που ενώνεται με τον όλο χώρο. Για μένα, για παράδειγμα, η Πάνω Αρένα είναι κάτι ιερό, πολέμησα εκεί. Οποτε έρχομαι στον Γράμμο ανεβαίνω στην Πάνω Αρένα, στο Τσάρνο, η Κάτω Αρένα δεν μου λέει τίποτα, αλλά τον Γράμμο τον φαντάζομαι βασικά ολόκληρο, τον έχω μέσα μου, τον Ανατολικό, τον Κεντρικό, τον Δυτικό… Δεν είμαι δυστυχώς ζωγράφος για να τον αποδώσω. Θα ζωγράφιζα τότε και τα πορτρέτα συντρόφων που σκοτώθηκαν. Θυμάμαι όλα τα πρόσωπα με λεπτομέρειες.

«Οπως και να ’ναι, στους δρόμους πάλι θα κριθεί το δίκιο, διότι κι αυτό επανάσταση θα είναι»

 Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει η ίδια ένταση και για το όραμα που είχατε για μια άλλη κοινωνία;

Ε, μα ναι, το βασικό. Το μέλλον προς το οποίο πετούν οι τρεις αετοί τώρα γίνεται πιο συγκεκριμένο και πιο ανθρώπινο, βοήθησαν τα χρόνια, η ζωή στη Σοβιετική Ενωση, οι εμπειρίες, οι επιρροές ποιητών όπως ο Ρήγας Βελεστινλής και ο Χρίστο Μπότεφ ο Βούλγαρος, ποιητές στους οποίους ο λόγος και η πράξη είναι ένα.

 …μου ακούγεται σαν ένοπλη ποίηση.

Α, μ’ αρέσει. Βγάζω το καπέλο σ’ αυτούς που δίνουν τη ζωή τους για ένα ιδανικό, δεν κρατούν τίποτα για τον εαυτό τους, τα δίνουν όλα. Θέλω να πω και κάτι γι’ αυτούς που λένε «όχι εμφύλιος», τέτοια, λυπάμαι αλλά χωρίς εμφύλιο δεν υπάρχει κοινωνική πρόοδος, όποιες αλλαγές έγιναν ώς τώρα έγιναν με επαναστάσεις, μακάρι κάτι άλλο να γίνει χωρίς επαναστάσεις, να βγουν τρία εκατομμύρια άνθρωποι στους δρόμους της Αθήνας, αλλά δεν το πιστεύω. Αλλά, όπως και να ‘ναι, στους δρόμους πάλι θα κριθεί το δίκιο, διότι κι αυτό επανάσταση θα είναι… Εγώ τώρα είμαι 83 ετών, ό,τι καλό μπόρεσα το έκανα, τώρα αποσύρομαι για να έρθουν οι νέοι…

Ποιος ήταν

Ο Γιάννης Μότσιος (1930 – 10 Φεβρουαρίου 2026) υπήρξε διακεκριμένος ομότιμος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας, ποιητής και δοκιμιογράφος. Γεννήθηκε στο χωριό Δεσπότης Γρεβενών. Στον Εμφύλιο (1947-1949) υπήρξε μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ). Στη συνέχεια έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας στην ΕΣΣΔ όπου σπούδασε Φιλολογία. Επαναπατρίστηκε το 1976 και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Σε μετάφραση και επιμέλειά του εκδόθηκαν για πρώτη φορά στη ρωσική και την ουκρανική γλώσσα έργα του Σολωμού, του Παλαμά, του Καζαντζάκη και άλλων Ελλήνων λογοτεχνών. Εργα του έχουν δημοσιευθεί στα ελληνικά, ρωσικά, γεωργιανά, αγγλικά, γαλλικά, σερβικά, βουλγαρικά, ουκρανικά, ουγγρικά, ρουμανικά.

Top
Enable Notifications OK No thanks