-
Αρχική > Η Διαδρομή στον Κόσμο του Βιβλίου > Το παλτό μου, μαμά – Ρέα Βιτάλη

Το παλτό μου, μαμά – Ρέα Βιτάλη

Η διαδρομή στον κόσμο του βιβλίου συνεχίζει το μαγευτικό της ταξίδι με το μυθιστόρημα της συγγραφέως Ρέας Βιτάλη με τίτλο «Το παλτό μου, μαμά». Πρόκειται για ένα από τα πιο συζητημένα βιβλία της συγγραφέως, το οποίο δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα, αλλά μία μυθιστορηματική βιογραφία που συνδυάζει την προσωπική εξομολόγηση με το κοινωνικό χρονικό.

Το έργο αφηγείται τη ζωή του γνωστού σχεδιαστή μόδας Βασίλη Ζούλια, αναδεικνύοντας τις μεγάλες του μάχες και την πορεία του μέσα στην Αθήνα των ’70s και ’80s. Με τη χαρακτηριστική της εξομολογητική γραφή, γεμάτη τρυφερότητα, αλλά και σκληρή ειλικρίνεια, η Ρέα Βιτάλη παραδίδει ένα βιβλίο που είναι ταυτόχρονα συγκλονιστικό δράμα και ύμνος στην ανθρώπινη αντοχή. Είναι ένα ηχηρό μήνυμα ελπίδας και δύναμης: ποτέ δεν πρέπει να τα παρατάς.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

 

Η Ρέα Βιτάλη, γεννήθηκε το 1961. Η ίδια στην βιογραφία της αναφέρει: Είναι και μπόλικα τα χρόνια. Τι να πρωτοσημειώσεις; Είχε σταθμούς, αφίξεις, αναχωρήσεις… Οι τελευταίες πονάνε. Είχε σημαντικούς, αγαπημένους, ακριβούς, είχε και φθηνούς. Είχε έρωτες βαρβάτους και ανεμοέρωτες. Είχε τον έναν. Στα κοντά οκτώ δις κατοίκων γης, το «ο άνθρωπός μου» δεν είναι και μικρό πράγμα. Είχε παιδιά, εγγόνια, τους σημαντικούς των παιδιών μας. Είχε μάτια, λόγια, βλέμματα. Σχεδόν βλεμματοδοτούμενη. Είχε ταξίδια σε χώρες και ανθρώπους. Οι πιο ενδιαφέρουσες χώρες είναι οι άνθρωποι. Επαγγελματικά είχε πολλά πολλά χρονογραφήματα. Στους 4τροχούς, στον Ταχυδρόμο, στις Εικόνες, στο Protagon.gr. Είχε σπουδή στην Ιστορία της Τέχνης. Είχε το πρώτο μου βιβλίο, Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο, είχε το δεύτερο, Δεν πέθανα εγκαίρως, το τρίτο, Το παλτό μου, μαμά. Τα τελευταία χρόνια έχει και την τηλεοπτική μου ΚΕΡΑΙΑ. Τι να φλυαρούμε; Πλήρης ζωής. Πλήρης; Αστειεύομαι. Χωράω ζωή ακόμα.

Περιγραφή

Τον συμπόνεσα τον Βασίλη «μου». Γεννήθηκε τη δεκαετία του ΄60. Στάθηκα μέσα του από τη γέννησή του. Είδα την απουσιοπαρουσία του πατέρα του να σκάβει έλλειψη και η έλλειψη να γραπώνεται από εξάρτηση. Κάποτε έγινε ναρκομανής. Τον είδα να πονάει, να αγωνιά, να αναζητά, να εκπλιπαρεί, να χαμηλώνει, να ψευτοψηλώνει, να πέφτει, να τσακίζεται, να εξευτελίζεται, να δικάζεται, να αντέχει και να μην αντέχει. Δεν άφησε συναίσθημα να μην το γευτεί.

Είδα ούτε ξέρω πόσες απόπειρες αυτοκτονίας του μέχρι εκείνη, τη σημαδιακή, που πέρασε στις εφημερίδες της εποχής. Χώθηκα μαζί του στο ασθενοφόρο, δίπλα στη μάνα του που κρατούσε στα χέρια της ένα πανάκριβο παλτό, με γούνα από κάστορα στον γιακά του. Ο Βασίλης-Βασιλάκης, ειδική περίπτωση. Όσο τσαλακωμένα τα μέσα του τόσο ατσαλάκωτος παρουσιαζόταν. Η επιτομή του στιλ. Τον μελέτησα γυμνό αλλά και με την πανοπλία του. Δεν είναι αθώα υπόθεση τα ρούχα των ανθρώπων.

Είδα και την εποχή του. Είδα την Αθήνα της αντιπαροχής, την Ερμού να παραδίδει τα σκήπτρα στο Κολωνάκι. Περπάτησα την πλατεία του, αγόρασα Lacoste, πέρασα και από του Μπίλι Μπο για να χαζέψω τη γοητεία του. Είδα και τη Μύκονο ως εναλλακτικό νησί, όπου το πλοίο παρέδιδε τον κόσμο σε λάντζα και οι λίγοι τουρίστες κοιμόντουσαν σε ταράτσες. Έζησα μαζί του την Αλλαγή, τον πράσινο ήλιο του ΠΑΣΟΚ, είδα και τον Κουτσόγιωργα να πεθαίνει. Αυριανισμό, αυτοκρατορία Κοσκωτά. Ξεφύλλισα το Κλικ. Έφτασα μέχρι τις χαρές! Πήραμε την Ολυμπιάδα!

Ο Βασίλης-Βασιλάκης άκουσε τα νέα στο κρατητήριο της Ασφάλειας. Αλλά κι εμείς, τώρα που το σκέφτομαι, μπήκαμε σε ένα «κελί». Τζούφιας ευημερίας, ακοπίαστης. Εν δυνάμει «ναρκομανείς». Εξαρτημένοι της κατανάλωσης. Δίπλα στον Βασίλη…

Απόσπασμα

Ήταν το 1968 κι εγώ πέντε χρόνων πια, όταν εμφανίστηκε μπροστά μου εκείνος. «Ο μπαμπάς σου, Βασιλάκη», μου τον έδειξε. Είχε αποκτήσει ταξί πια. Το μοναδικό στην Άνδρο. Ένα Mercedes. Ούτε το αυτοκίνητο μ’ εντυπωσίασε ούτε ο πατέρας μου. Σίγουρος είμαι γι’ αυτό. Γιατί, μέχρι τώρα το θυμάμαι, όποτε έβλεπα το πρόσωπό του πάνω από το κρεβατάκι μου έκλαιγα. Όχι, δεν είχε κάνει κάτι βίαιο ώστε αυτό ν’ αναμοχλεύει η ψυχή μου. Κανένας, ποτέ, δεν με είχε ακουμπήσει. Κανένας-δεν-με-είχε-ακουμπήσει. Διάβασέ το και αλλιώς. Ήμουν ανακούμπητος από ανθρώπινης παρουσίας άγγιγμα. Το ερμαφρόδιτο της παρουσίας του ήταν το βίαιο για μένα. Η απουσιοπαρουσία «ενός», που δεν ήξερα πώς να τον ταυτοποιήσω στη ζωή της μάνας μου και στη δική μου, με βασάνιζε, με άγχωνε, με φόβιζε… Πώς να σου πω; Σαν να με σημάδευε με όπλο, όχι σαν να με πυροβολούσε. Τα δευτερόλεπτα απειλής πριν τη σφαίρα είναι τα χειρότερα. Ζούσα εν αναμονή και εν ετοιμότητα μιας σφαίρας… Ναι! Αυτό!

Τη θυμάμαι τη μάνα μου να τραγουδάει ενώ ξεσκόνιζε. Εκείνος έλειπε. Ξεμυαλιζόμουν κι εγώ από τη χαρά της και προσπαθούσα το τραγούδι. Ένας Σταμάτης Κόκκοτας ήταν στις μεγάλες δόξες του. Τον έπαιζε το ραδιόφωνο. Πες πως μ’ αντάμωσες μια νύχτα, σ’ ένα όνειρο / Πες πως με ξέχασες σαν ήρθε το πρωί / Μα μη σκεφτείς ότι για με δεν ήσουν όνειρο / Και μη νοιαστείς τι θ’ απογίνω στη ζωήηη. Το ήτα το τραβούσε όσο μπορούσε. Κι εγώ μαζί της. Και μετά, ξαφνικά, ακούγαμε τα βήματά του. Άλλαζε αυτόματα η ατμόσφαιρά μας. Έτρεχα και κρυβόμουν κάτω από το τραπέζι που είχε περίεργα πόδια σαν λιονταριού. Έβαζα τα χέρια μου στα χείλη μου. Δυο μπουνίτσες τόσες δα, τα μάτια μου σε διαστολή, ενώ κοίταζα τα παπούτσια του να μπαίνουν στο σπίτι μας, κάποτε να την πλησιάζουν, και τα δικά της παντοφλάκια μια να πηγαίνουν προς τα παπούτσια του, μια να απομακρύνονται. Λίγο μπρος, λίγο πίσω. Έτρεμα, χτυπούσε η καρδιά μου. Ένας αδιευκρίνιστος φόβος, καθαρός φόβος. Ώρες στη φωλιά μου, κάτω από το τραπέζι.

 

 

 

 

 

Top
Enable Notifications OK No thanks