Το ότι δεν πείνασε καστοριανός στην Κατοχή, το χρωστά στην λίμνη πούχε παραδίπλα του. Γιατί στ’ αλήθεια δεν υπήρχε άνθρωπος το ‘40 που νάχε ένα απλό καλάμι και να μη μπορούσε να βγάλει ένα τουλάχιστον οκαδίσιο ψάρι κάθε μέρα για να χορτάσει τη φαμίλια και να γεμίσει το τραπέζι του. Κάποτε η Ορεστιάδα έσφυζε από ζωή, έσφυζε από πλεούμενα και πλάβες και καραβάκια και λιμνευόμενους.
Και όταν -μετά την μεταπολίτευση- το επαγγελματικό ψάρεμα άρχισε σιγά σιγά να περιθωριοποιείται, μια χαρά αντικαταστάθηκε από το ερασιτεχνικό κι ένα σωρό γουναράδες καθέλκυσαν ο καθένας το καράβι του και πέρναγαν τα σαββατοκύριακα τους εκεί πέρα στη ‘μεσάδα’ ή κι απέναντι στα ‘καλάμια’. Κι όταν γυρνούσαν τα βράδια τροπαιούχοι μοσχομυρίζανε την επομένη όλοι οι φούρνοι των γειτονιών με γουλιανούς ή με κυπρίνους ‘ταβά’. Ετσι έζησε η Καστοριά έως πρόσφατα!
Ετσι έζησαν οι καστοριανοί σε μια μεγάλη και σφιχτή αγγάλη με τη λίμνη τους, μέχρι που βγήκε εκείνος ο πλαβοκτόνος νόμος και έφερε τα πάνω κάτω…. Ποιος να φτιάξει σήμερα βάρκα και γιατί. Αφού το ερασιτεχνικό ψάρεμα επιτρέπεται μόνο από την ακτή. Ποιος να δώσει τόσα λεφτά και που νάβρει καραβομαραγκό της προκοπής που να κατέχει δυο δράμια τέχνη και να στέκει ικανός να του σκαρώσει μια παραδοσιακή πλάβα? Και να την κάνει τι? Να την κρατάει μήπως δεμένη στο μουράγιο, ίσα για να του την κουτσουλάν οι γλάροι? Να φορτώνει μήπως την οικογένεια μέσα τα Σ/Κ και να τραβάει εκδρομές απέναντι στην ‘Πέτρα’ ή στο ‘νησί’? Εξέλιπαν πλέον ολοσχερώς οι λόγοι να κατέχει κάποιος καράβι.
Εγιναν πανάκριβα τα υλικά , απαγορεύτηκε κι η χρήση. Κι έτσι άρχισαν πλέον να σπανίζουν τα πλεούμενα στην Ορεστιάδα. Κι όσα με κάποιον τρόπο ξέμειναν από ταξιδευτές στο αλλαχού πρώην ψαράδες, άρχισαν κι αυτά να σαπίζουν και να βουλιάζουν. Ή να σούρνονται στη ξηρά και να αφήνονται εκεί να διαλυθούν σα λείψανα και ξόδια μιας άλλης εποχής…
Σαν βγει κανείς στον πηγαιμό για την Μαυριώτισσα εκεί που θα αφήνει πίσω του τα τελευταία σπίτια, στα αλλοτινά ‘Πετσιά’, εκεί θα απαντήσει στα δεξά του ένα σμάρι ολόκληρο από πρώην πλεούμενα που αφέθηκαν να σαπίζουνε στην αμμουδιά. Ένα στόλο ολόκληρο από κάποτε περήφανα σκαριά που έμειναν στα λοιπά, δίχως καραβοκύρηδες και δίχως λόγο ύπαρξης και σύρθηκαν να ξεψυχήσουν όπως ξεψυχούνε όλα τα ξώβγαλτα σκαριά , στα αδιάφορα και στα μουλωχτά. Αλλάζει η πόλη, αλλάζει και η λίμνη και δεν είναι όλες αυτές οι αλλαγές πάντα για καλό.