-
Αρχική > Η Διαδρομή στον Κόσμο του Βιβλίου > Το κόκκινο σπίτι – Αλκυόνη Παπαδάκη

Το κόκκινο σπίτι – Αλκυόνη Παπαδάκη

Η διαδρομή στον κόσμο του βιβλίου συνεχίζει το μαγευτικό της ταξίδι με την πολυδιαβασμένη συγγραφέα Αλκυόνη Παπαδάκη και το έργο της με τίτλο «Το κόκκινο σπίτι». Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Η Αλκυόνη Παπαδάκη γεννήθηκε στο Νιο Χωριό, κοντά στα Χανιά. Αφού αποφοίτησε από τη Γαλλική Σχολή, ήρθε στην Αθήνα με το όνειρο να αλλάξει τον κόσμο. Με την εμφάνισή της στη λογοτεχνία κατέκτησε το αναγνωστικό κοινό, το οποίο την ακολουθεί πιστά σε όλη τη συγγραφική πορεία της. Τα έργα της, τα οποία ανήκουν στη σύγχρονη μυθιστορία, διακρίνονται για την προσωπική, λυρική γραφή της. Μέσα στις σελίδες των βιβλίων της αναλύει, συνθέτει, αγωνίζεται, δημιουργεί, διακινδυνεύει και διδάσκει ήθος, σε μια δύσκολη εποχή που αναζητεί οδηγούς και πρότυπα ζωής. Από το 2018 τα βιβλία της το Χαμόγελο του Δράκου, Στην άκρη του Βράχου και Κόντρα στο κύμα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Περιγραφή

Το χαμπέρι έφτασε και στο χωριό της πλαγιάς. Έφτασε σαν το κακό πουλί. Κι εσκέπασε σφιχτά με τις φτερούγες του τον ανθισμένο λόφο. Και τον έπνιξε.
Πρωί πρωί η «κυρία είσοδος» του κόκκινου σπιτιού έκλεισε μ’ ένα βρόντο σαν τη στριγκλιά. Και το μπρούντζινο χέρι με το δαχτυλίδι τινάχτηκε δυο φορές στον αέρα και χτύπησε δίχως σκοπό.
Τακ. Τακ. Περάστε! είπε η μοίρα στη συφορά. Κι εκείνη πέρασε ευγενικά κι εστρογγυλοκάθισε στον καναπέ, δίπλα στο μαντολίνο του Νικόλα και στα δαντελένια μαξιλαράκια της κυρίας Κατίνας.
Κείνη τη μέρα μαζευτήκανε όλοι στο σπίτι της Σμυρνιάς. Από κει θα φεύγανε οι πέντε άντρες.
«Θα ’ρθουμε πίσω», λέγανε. Γιατί προσπαθούσανε να δώσουνε κουράγιο στις γυναίκες. Και γελούσανε. Μα το γέλιο έπεφτε από το μισό τους χείλι σαν τ’ αποτσίγαρο. Κι έσβηνε…

Απόσπασμα

Ο δάσκαλος ήξερε πολλά γράμματα. Είχε τελειώσει την «Ιερατικήν Σχολήν», ό,τι σπουδαιότερο υπήρχε στον τόπο του, κι αν δεν έγινε «ιερέας» ή καλόγερος, ήτανε γιατί πίστευε πως «μέσα στη ζωή πρέπει να δίνει κανείς τη μάχη του σαν άνθρωπος απλός. Αυτό είναι το δύσκολο».

Δίπλα στην εκκλησία του άπιστου Θωμά ήτανε μια παλιά αποθήκη, που τη χρησιμοποιούσανε για σχολείο. Εκεί μέσα ο Χαράλαμπος 40 χρόνια εμάθαινε στα χωρια­τόπουλα την αλφαβήτα κι εχάιδευε με τα κιτρινόασπρα δάχτυλά του τα ψωριασμένα τους κεφαλάκια. Ποτέ δεν τα ’δειρε, δεν εβαρυγκόμησε για τίποτα, ακόμη κι όταν έμπαινε κατά λάθος από το χαμηλό παραθύρι της αίθουσας κανένας γάτης ή σκύλος ή πετεινός. Ο παππούς μου έβγαζε έξω το ζωντανό με τη μεγαλύτερη ευγένεια και τον επιβαλλόμενο, κατά τη γνώμη του, σεβασμό. «Πέρασε έξω, σε παρακαλώ!»

Η αγάπη κι ο σεβασμός: αυτό ήτανε το ευαγγέλιο του παππού μου. Μα οι χωριάτες το μόνο ευαγγέλιο που τους άρεσε ήτανε του παπα-Λευτέρη. Το ασημένιο χοντρό βιβλίο, που θαμπωνόσουνα να το κοιτάζεις και δεν ήτανε υποχρεωτικό καθόλου να το καταλάβεις. Κείνη την ώρα που ο παπα-Λευτέρης έλεγε τ’ αλαμπουρνέζικά του, εσύ μπορούσες να σκέφτεσαι με το πάσο σου ό,τι ήθελες. Σάμπως ο ίδιος ο παπάς τι καταλάβαινε!

Τα δικά του σκεφτότανε κι εκείνος…

 

 

 

 

Top
Enable Notifications OK No thanks